ανασκιρτώ


ανασκιρτώ
ανασκιρτάω / ανασκιρτώ (παρατατ. -ούσα), ανασκίρτησα βλ. πίν. 58

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασκιρτώ — (AM ἀνασκιρτῶ, άω) [σκιρτώ] αναπηδώ από χαρά, φόβο, έκπληξη μσν. ξαναζωντανεύω, αποκτώ πάλι ζωή …   Dictionary of Greek

  • ανασκιρτώ — [анаскирто] р. вздрагивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανασκιρτώ — ( άς, ά κτλ.), ησα, ανατινάζομαι ελαφρά από κάτι ευχάριστο ή δυσάρεστο που μαθαίνω ή μου συμβαίνει: Στο άκουσμα της είδησης ότι ο γιος της σώθηκε, η καρδιά της ανασκίρτησε από χαρά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανασκίρτημα — το η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκιρτώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανασκιρτώ. Η λ. στον πληθ., ανασκιρτήματα, τα, μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό τού Νικόλαου Κοντόπουλου] …   Dictionary of Greek

  • αναπηδώ — ( άω) (Α ἀναπηδῶ και ποιητ. ἀμπηδῶ) 1. πηδώ προς τα επάνω 2. τινάζομαι προς τα επάνω από έκπληξη ή φόβο, ανασκιρτώ, πετιέμαι 3. (για υγρά) αναβλύζω, εξακοντίζομαι μσν. (για φήμη) ακούγομαι έξαφνα αρχ. πηδώ προς τα πίσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + πηδῶ …   Dictionary of Greek

  • ανατρέχω — (AM ἀνατρέχω) 1. τρέχω ή κατευθύνομαι προς τα πίσω 2. θυμάμαι τα περασμένα, αναπολώ νεοελλ. καταφεύγω σε βοήθημα ή λεξικό αρχ. 1. υποχωρώ, αποσύρομαι 2. ανιχνεύω, αναζητώ 3. αναπηδώ, ανασκιρτώ, ξεπετιέμαι 4. βλαστάνω, μεγαλώνω 5. εκτείνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • ανορταλίζω — ἀνορταλίζω (AM) χτυπώ τα φτερά και κράζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) + *ορταλίζω «χτυπώ τα φτερά μου, ανασκιρτώ» < ορταλίς «νεοσσός πουλιού»] …   Dictionary of Greek

  • συνανασκιρτώ — άω, Α [ἀνασκιρτῶ] αναπηδώ ταυτόχρονα με κάποιον άλλο …   Dictionary of Greek

  • ανασκιρτάω — / ανασκιρτώ (παρατατ. ούσα), ανασκίρτησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής